Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Η αναγέννηση ενός έθνους

       Στο τρίτο κείμενο του… αφιερώματος μου στις αγαπημένες μου ελληνικές σειρές θα σας μιλήσω για μια σειρά που ελάχιστοι γνωρίζουν ή θυμούνται και που ακόμα κι εγώ εντελώς τυχαία ανακάλυψα. Η σειρά με τον τίτλο «Η αναγέννηση ενός έθνους» προβλήθηκε στην τηλεόραση της ΝΕΤ την τηλεοπτική σεζόν 1990-1991. 
          Πριν από περίπου 100 χρόνια, η Ελλάδα βουλιάζει, ως μια χώρα πολιτικά και κομματικά σαπισμένη αφού τα πολιτικά πρόσωπα  τίποτα άλλο δεν σκέφτονται εκτός από την τσέπη τους και δεν χάνουν ευκαιρία να δίνουν προεκλογικές υποσχέσεις οι οποίες περνάνε στη λήθη μόλις αυτοί έρθουν στην εξουσία-σας θυμίζει κάτι;
          Στην Αθήνα αυτής της περιόδου, αξιωματικοί που πολέμησαν στον Μακεδονικό Αγώνα-αγώνα που τα υψηλά πρόσωπα θεώρησαν μάταιο γιατί  «το Μακεδονικό Ζήτημα δεν λύνεται με τις παλικαροσύνες γενναίων αξιωματικών αλλά με την φρόνηση εμπείρων διπλωματών στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων»-, αναλαμβάνουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, παράλληλα με τις εξελίξεις στην Κρήτη και να ζητήσουν, με ειρηνικό, αρχικά, τρόπο την απομάκρυνση του πρίγκιπα από την αρχηγία του στρατού και πλήθος άλλων αιτημάτων. Ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος», που θα κάνει την επανάσταση στου Γουδή λίγο αργότερα, είναι γεγονός.
          Και ενώ  οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις είναι ραγδαίες, εμείς παρακολουθούμε τον έρωτα του ανθυπολοχαγού Μάνου Χτενιάδη(Γιώργος Κωνσταντής) και της κόρης ενός μεγαλοπολιτικού, Σοφίας Μαυρογιώργη (Λίλιαν Δημητρακοπούλου). Έναν έρωτα πολύ διαφορετικό από τα σημερινά δεδομένα όπου και οι δύο συναντιούνται τυχαία, σκηνοθετούν τυχαίες εμφανίσεις, μιλούν στον πληθυντικό και γνωρίζουν πόσο δύσκολο θα είναι να μείνουν μαζί, εκείνος, ένας φτωχός αξιωματικός από την Κρήτη, γιος ενός απλού παπά και εκείνη, γόνος πλούσιας αθηναϊκής οικογένειας, κόρη ενός μεγαλοπολιτικού. Οι αντιδράσεις των οικογενειών τους θα είναι άμεσες αλλά θα έχουν και βοήθεια από τα ξαδέρφια της Σοφίας που τους γνωρίζουν μεταξύ τους, την μοδίστρα που στο σπίτι της νοικιάζει δωμάτιο ο Μάνος και μερικών απαγωγέων, που στην προσπάθεια τους να αποσπάσουν χρήματα από τον Μαυρογιώργη, φέρνουν κοντά το ζευγάρι.
          Η Σοφία ωριμάζει μέσα από αυτήν την σχέση. Παύει να δείχνει ενδιαφέρον μόνο για χορούς και κοσμικότητες, ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στην Μακεδονία και την Κρήτη και τελικά βρίσκει τη δύναμη να αρνηθεί τον γάμο που της ετοιμάζει ο πατέρας της με έναν άντρα σαράντα χρόνια μεγαλύτερο της και να ακολουθήσει αυτόν που αγαπάει, όποιο και αν είναι το κόστος.
          Η ατμόσφαιρα της παλιάς Αθήνας, τόσο αθώας και τόσο σαπισμένης ταυτόχρονα, η αύρα μιας άλλης εποχής, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν οι πατεράδες θεωρούσαν ότι οι κόρες τους δεν είχαν καμία άποψη για τον σύζυγο τους και όταν τα φορέματα ξεσκόνιζαν τους δρόμους της πρωτεύουσας που έμοιαζε με μεγάλο χωριό και η θλιβερή ομοιότητα της τότε πολιτικής κατάστασης με την σημερινή καθιστούν την σειρά τόσο επίκαιρη όσο και μια από τις αγαπημένες μας.
          Μπορεί η λίστα με τις αγαπημένες μου, ιδιαίτερες σειρές να μην τελειώνει εδώ, ωστόσο θα ολοκληρώσω εδώ το αφιέρωμα αυτό και θα επανέλθω με άλλα θέματα!
          Τουλάχιστον, με τόση δόση αναφοράς σε άλλες εποχές, μακρινές, παλιές και ρομαντικές, καταλάβατε περίπου με ποια
blogger έχετε να κάνετε… Ξέρετε, με εκείνη που προτιμάει άλλες εποχές, όταν η τεχνολογία ήταν άγνωστη και η επικοινωνία στη σημερινή της μορφή αδιανόητη, που θα ήθελε να ζει σε εκείνες τις εποχές αλλά που, μια και ζει στο σήμερα, εκμεταλλεύεται όσο μπορεί τις σύγχρονες τεχνολογίες για να μεταφέρεται στο παρελθόν και να στέλνει και σε σας μια δόση νοσταλγίας…

Τσιακίρη Ειρήνη
28/7/2012

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Η Πρόβα του Νυφικού

           Συνεχίζω σήμερα με το αφιέρωμα μου στις αγαπημένες μου ελληνικές σειρές. Σήμερα θα σας μιλήσω για την Πρόβα του νυφικού, σειρά που μεταδόθηκε από την τηλεόραση του ΑΝΤ1 την τηλεοπτική σεζόν 1995-96, τηλεοπτική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Ντόρας Γιαννακοπούλου.
Η σειρά αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας του Μεσοπολέμου, για την ακρίβεια λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.  Στα 1939 η Αγγελική Δελλή είναι αρραβωνιασμένη με τον Απόστολο, συνέταιρο του αδερφού της και γόνο ευκατάστατης οικογένειας, όταν λαμβάνει ένα γράμμα που της λέει ότι ο αρραβωνιαστικός της έχει άλλη! Την υπόθεση αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ο διοικητής της Ασφάλειας και προσωπικός φίλος του θείου της Αγγελικής.
           Οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες. Ο Πέτρος και ο υφιστάμενος του, Χριστόδουλος, ανακαλύπτουν ότι πράγματι ο Απόστολος έχει ερωμένη η οποία δεν είναι άλλη από την Όλγα, γυναίκα του συνεταίρου του και αδερφού της αρραβωνιαστικιάς του, Γιώργο! Και δεν είναι η μόνη! Ο Απόστολος διατηρεί ερωτική σχέση με την Ματίνα, την ιδιοκτήτρια του Καφέ Σαντάν της πόλης, που λειτουργεί στην πραγματικότητα ως οίκος ανοχής και σύντομα συνάπτει σχέση με την γυναίκα του νομάρχη, την γυναίκα του στρατηγού και την γραμματέα του! Όμως ο Πέτρος, μη θέλοντας να στεναχωρήσει την δεσποινίδα της Αναγεννήσεως, όπως την λέει ο Χριστόδουλος και είναι πράγματι όμορφη η Αγγελικούλα, «σαν πίνακας της Αναγεννήσεως», δεν της αποκαλύπτει την αλήθεια, της λέει ότι ο Απόστολος είναι άμεμπτος, αθώος και λευκός σαν περιστερά. Πράγμα για το οποίο μετανιώνει όταν η Αγγελική παντρεύεται τον Απόστολο και ο Πέτρος συνειδητοποιεί πόσο ερωτευμένος είναι μαζί της, πόσο την αγαπάει. Δεν θα της το πει όμως. Θα στέκεται πάντα δίπλα της, έμπιστος φίλος και παραστάτης όταν εκείνη θα γεννήσει την ώρα που οι Έλληνες παίρνουν την Κορυτσά, όταν η πόλη θα βομβαρδίζεται, όταν οι γερμανοί θα μπουν στην Αθήνα, όταν η Αγγελική θα μάθει ότι ο άντρας της είναι φίλος με τους κατακτητές και έχει μετατρέψει το συμβολαιογραφείο του πατέρα της και του αδερφού της σε τοκογλυφείο, στερώντας από τον κόσμο που πεινάει τις περιουσίες του για ένα κομμάτι ψωμί.
            Μόνο όταν η ίδια η Όλγα θα αποκαλύψει στην Αγγελική την αλήθεια για τον άντρα της, τότε θα πάρει το θάρρος ο Πέτρος να της αποκαλύψει πως μόνο για εκείνη ζει, πως μόνο εκείνη υπάρχει για αυτόν, πως εκείνη αγαπάει. Ο Πέτρος Μανιάς, που άλλοτε κυνηγούσε τους κομμουνιστές μετά από διαταγή του Μεταξά, τώρα, αγανακτισμένος με τους κατακτητές και στην προσπάθεια του να βοηθήσει την πατρίδα του, γίνεται μέλος της Αντίστασης! Όταν οι Αντιστασιακοί θα σκοτώσουν τον άντρα της Αγγελικής, τον οποίο εκείνη έχει εγκαταλείψει, για την προδοσία του, θα αποκαλύψει και εκείνη στον Πέτρο πόσο τον αγαπάει. Και εκείνος θα φύγει ευτυχισμένος για το βουνό με τους αντάρτες για να μην τον ανακαλύψουν και τον τιμωρήσουν για την ανατίναξη της γέφυρας στην οποία συμμετείχε. Και θα γυρίσει, όταν πια η Ελλάδα απελευθερωθεί για να ζήσει με την Αγγελικούλα του.
            Στη σειρά βλέπουμε παράλληλα την ιστορία της Ρηνούλας και του  Αλέξανδρου. Η Ρηνούλα ζει με την οικογένεια Δελλή από μωρό, τότε που την άφησε ο πατέρας της στην κυρία Αθηνά, την μάνα του Γιώργου και της Αγγελικής για αν πάει στον πόλεμο. Όταν θα μαθευτεί ότι η μητέρα της Ρηνούλας ήταν Εβραία και οι Γερμανοί θα κυνηγάνε τους Εβραίους, θα τη φυγαδεύσει ο Πέτρος στη θεία του, που ζει μακριά. Η Ρηνούλα έχει σχέση με τον Αλέξανδρο που είναι γιατρός, σχέση την οποία δεν αποδέχεται η μητέρα του, η κυρία Καλλιόπη, μια και θεωρεί αδιανόητο να παντρευτεί ο γιος της την «ψυχοκόρη των Δελλήδων» και τελικά τον πείθει να παντρευτεί την Λένα Ιακωβίδου. Όταν ο γιος της γυρίζει από το μέτωπο με ένα χέρι, κλείνεται στο σπίτι και αρνείται να επιστρέψει στη δουλειά, η κυρία Καλλιόπη καταλαβαίνει τι τραγικό λάθος έκανε. Σύντομα η Λένα θα καταλάβει ότι ο άντρας της θα αγαπάει πάντα μια άλλη και θα τον αφήσει ελεύθερο να ζήσει με την Ρηνούλα, όταν εκείνη σταματήσει πια να κρύβεται από τους Γερμανούς.
            Η Όλγα θα χάσει το παιδί της από διφθερίτιδα όταν ο Γιώργος δεν θα έχει γυρίσει ακόμα από τον πόλεμο. Αργότερα, μετανιωμένη για τα λάθη της θα πει την αλήθεια στην Αγγελική, θα της αποκαλύψει ότι το μωρό που πέθανε δεν ήταν του Γιώργου αλλά του Απόστολου και θα ανέβει στο βουνό με τους αντάρτες και τον άντρα της, που είναι μέλος της Αντίστασης.
            Η ιστορία της Ματίνας που σκοτώνεται από έναν Έλληνα, πρώην αξιωματικό της Ασφάλειας και τώρα συνεργάτη των Γερμανών, της Αντιγόνης, της γραμματέας του Απόστολου, που μένει έγκυος από το αφεντικό της, της Ευανθούλας, φίλη και γειτονοπούλα της Αγγελικής και της Ρηνούλας που εξαφανίζεται «λες και αναλήφθηκε στους ουρανούς» και του Λάμπρου του δασκάλου, συναδέλφου της Ρηνούλας που οι αρχές τον στέλνουν εξορία επειδή ήταν κομμουνιστής είναι οι ιστορίες που δημιουργούν το ιστορικό πλαίσιο της ιστορίας μας.
            Ο Γρηγόρης Βαλτινός στο ρόλο του Πέτρου Μανιά, η Αλεξανδριανή Σικελιανού στον ρόλο της Αγγελικούλας, η Πέγκυ Τρικαλιώτη στο ρόλο της Ρηνούλας, ο Αντώνης Αγγελόπουλος στο ρόλο του θείου Οδυσσέα, η Πέμυ Ζούνη, ο Δημήτρης Τζουμάκης, η Άντζελα Γκερέκου, ο Νίκος Γεωργάκης και πλήθος άλλων ηθοποιών μεταφέρουν μπροστά στα μάτια μας το μυθιστόρημα της Ντόρας Γιαννακοπούλου που όταν το διάβασα δεν μου έκανε καμιά εντύπωση αλλά από το πρώτο κιόλας επεισόδιο της σειράς ήξερα ότι θα ήταν μια από τις αγαπημένες μου.
            Η Αλέκα Παΐζη στο ρόλο της γιαγιάς-αφηγήτριας, που ποτέ δεν μαθαίνουμε ποια ακριβώς είναι και αν είχε σχέση με την ιστορία μας  κλέβει την παράσταση με τους χαρακτηρισμούς της για τον Απόστολο! Τον αποκαλεί «κάθαρμα», «καθίκι», «σαβουρογάμη» και αναφέρεται σε αυτόν, αποκαλώντας τον, ειρωνικά πάντα, «Ο κύριος Πετρόπουλος!»
            Μια σειρά που μας διηγείται την ιστορία μιας οικογένειας στα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής και που μας θυμίζει ότι πάντα ο καθένας τιμωρείται όπως του αξίζει, πάντα η αλήθεια αποκαλύπτεται όσο και για όποιον λόγο και αν θέλουμε να την κρύψουμε και ότι πάντα η αληθινή αγάπη κερδίζει… 


Τσιακίρη Ειρήνη
24/7/2012

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Βίος Ανθόσπαρτος

        Από σήμερα και για μερικές μέρες λέω να σας μιλήσω για ένα άλλο θέμα… Θέμα γούστου ή ενδιαφέροντος, όπως θέλετε πείτε το. Θα σας μιλήσω για τις αγαπημένες μου ελληνικές σειρές. Αλλά όχι για εκείνες που είναι γνωστές σε όλους. Για μερικές λίγο πιο… ξεχασμένες, που δεν τις συναντάμε κάθε τόσο στις επαναλήψεις  των καναλιών, για εκείνες που η αδερφή μου και οι φιλενάδες μου με ρωτάνε «Μα που πας και τα βρίσκεις αυτά τα έργα και κάθεσαι και τα βλέπεις;». Θα σας πω πως τις βλέπω και γιατί τις αγαπώ. Και ας γκρινιάζει η μαμά ότι η ζωή είναι έξω από τη τηλεόραση. Το ξέρω. Αλλά καμιά φορά είναι ωραίο να ξεχνιέσαι και να νιώθεις ότι ζεις μέσα σε αυτές τις σειρές, σε άλλες εποχές, πιο ξένοιαστες, πιο ανθρώπινες. 
         Θα ξεκινήσω από την πιο αγαπημένη μου σειρά. Το «Βίος Ανθόσπαρτος». Δεν είναι τόσο ξεχασμένη. Ξέρετε, εκείνη η σειρά του Mega, που η Ναταλία Τσαλίκη ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Γιάννη Φέρτη και μετά ερωτεύεται τον αδερφό του, τον Γιάννη Μπέζο. Φοβερό δίδυμο σε αυτήν την σειρά είναι η μαμά του Φέρτη και του Μπέζου, η τρομερή Δέσποινα Μπεμπεδέλη και ο απίστευτος παππούς της Τσαλίκη, Τίτος Βανδής.
          Tι μου αρέσει σε αυτήν την σειρά; Πρώτον, ο Γιάννης Φέρτης. Γοητευτικότατος. Ο Γιάννης Φέρτης όταν γυρίστηκε η σειρά, το 1998 δηλαδή, ήταν  60 χρονών (γεννήθηκε το 1938) αλλά δεν φαίνεται με τίποτα, μα με τίποτα πάνω από 40! Είναι, όπως λέει στο τελευταίο επεισόδιο η Ναταλία Τσαλίκη, ο ζεν πρεμιέ της σειράς, με όλη τη σημασία της λέξης! Παρεμπιπτόντως, η έμπνευση των σεναριογράφων για το ονοματεπώνυμο αυτού του ανθρώπου προκαλεί πολύ γέλιο και πολλές παρεξηγήσεις στο τηλέφωνο: Ανέστης Πεσκώστας! Ο παππούς έχει δίκιο να ρωτάει «Τι να πω; Κώστας; Ε, λέω Κώστας, παρακάτω!»
            Οι εικόνες της Χαλκίδας, του Πηλίου, τα παλιά νεοκλασικά σπίτια και τα τραγούδια του ανεπανάληπτου Μανώλη Μητσιά που τόσο αγαπώ δίνουν επιπλέον πόντους σε αυτό το έργο.
            Αυτό όμως που λατρεύω σε αυτήν την σειρά είναι η ατμόσφαιρα. Η σειρά είναι γλυκιά, τρυφερή, ρομαντική, γεμάτη νοσταλγία και μας γυρνά σε μια άλλη εποχή, όχι τόσο μακρινή αλλά τόσο διαφορετική από το σήμερα. Σε μια εποχή που τα ζευγάρια επικοινωνούσαν από το σταθερό και τα κινητά δεν ήταν αυτονόητα απόκτημα όλων-κοτζάμ προϊστάμενος του ΟΤΕ και δεν είχε κινητό! Μόλις 14 χρόνια πριν και οι πρωταγωνιστές μοιάζουν να ζουν σε ελληνική ταινία, ξέρετε, του ελληνικού ασπρόμαυρου κινηματογράφου, από αυτές που συνηθίζει- ή συνήθιζε- να μεταδίδει η ιδιωτική τηλεόραση κάποια κυριακάτικα απογεύματα και να μας μεταφέρει σε παλιές μα αλησμόνητες εποχές, να μας βγάζει από τα σπίτια μας, έστω και νοερά και να μας στέλνει σε θερινά σινεμαδάκια να χαζεύουμε την Βουγιουκλάκη, την Καρέζη, τον Παπαγιαννόπουλο, τον Κωνσταντάρα και τόσους άλλους, όπως μας λέει και η ίδια η πρωταγωνίστρια της σειράς στο τελευταίο επεισόδιο.
            Λίγα πράγματα είπα, σε σχέση με αυτά που νιώθω κάθε φορά που βλέπω αυτήν την σειρά που τόσο αγαπώ… Θα επιστρέψω αύριο με ένα καινούριο έργο!


Τσιακίρη Ειρήνη
22/7/2012

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Καλοκαίρι Vs Χειμώνα: Εσείς τι λέτε;;

       Εν μέσω καλοκαιριού και μετά από ένα τριήμερο διακοπών λέω να γίνω λίγο… κακιά, να κατηγορήσω τη ζέστη και το καλοκαίρι και να υπερασπιστώ το κρύο και τον χειμώνα, ως γνήσιο άλλωστε παιδί του χειμώνα. Ναι, είναι αλήθεια, προτιμώ χίλιες φορές τον χειμώνα από το καλοκαίρι! Και θα σας εξηγήσω και γιατί. 
            Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από το να κάθεσαι δίπλα στο αναμμένο τζάκι και να πίνεις ζεστή σοκολάτα. Όχι, ούτε το να κάθεσαι στην παραλία με την θάλασσα να σου βρέχει τα πόδια και να πίνεις  παγωμένη γρανίτα.
            Γιατί είναι πολύ γλυκά μελαγχολικό, πολύ ρομαντικό να είσαι μέσα στο σπίτι, να βλέπεις από το παράθυρο την βροχή/το χιόνι/το μουντό τοπίο και να ακούς μουσική.
            Γιατί τα Χριστούγεννα είναι η πιο ωραία γιορτή του χρόνου.
            Γιατί τι πιο ωραίο από το να γυρνάς σε ένα ζεστό σπίτι μετά από μια παγωμένη μέρα έξω;
            Γιατί το χουζούρεμα θέλει πάπλωμα και όχι σεντόνι.
            Γιατί το χουχούλιασμα θέλει πιζαμούλες, κουβερτούλα, ζεστό ρόφημα και ζεστό σπίτι.
            Εντάξει, θα σας πω και μερικά θετικά του καλοκαιριού για να μην παραπονιέστε. Τα παγωτά. Αλλά πλέον, τα τρώμε και τις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα.
            Ναι, τώρα που το σκέφτομαι είναι ωραία να είσαι στην παραλία, να πίνεις κάτι παγωμένο και να βουτάς στη θάλασσα μόλις ιδρώνεις.
            Αλλά πείτε μου κάτι, γίνεται να είσαι όόόλη μέρα και όόόλη νύχτα στην θάλασσα για όόόλο το καλοκαίρι; Όταν δεν είσαι στη θάλασσα τι κάνεις; Θα μου πείτε, μπαίνεις κάτω από την βρύση. Και θα σας ρωτήσω, για πόσο και κάθε πότε; Κάθε ένα λεπτό; Υπάρχει και η επιλογή του κλιματιστικού ή του ανεμιστήρα, έτσι; Ναι, και μετά αρχίζουν οι γιαγιάδες, οι μαμάδες και οι θείες να γκρινιάζουν: «Μην κάθεσαι μπροστά από το κλιματιστικό/ανεμιστήρα, θα πάθεις ψύξη! Μην το βάζεις σε τόσο χαμηλή θερμοκρασία, θα κρυώσεις!» Μα αν δεν χαμηλώσω τη θερμοκρασία και δεν κάτσω από μπροστά να με φυσάει ο δροσερός αέρας, πώς θα δροσιστώ;;;» Και ναι, έχουν δίκιο. Το κλιματιστικό προκαλεί κρυολογήματα και μύτες που τρέχουν μέσα στο καλοκαίρι, μέσα στη ζέστη! Δεν είναι φρικτό; Πείτε μου τι από όλα αυτά προκαλεί ένα αναμμένο καλοριφέρ ή ένα αναμμένο τζάκι! Ποιος αρρώστησε από το καλοριφέρ; Ποια μαμά έκανε παρατήρηση του τύπου «Μην κάθεσαι μπροστά από το τζάκι θα ζεσταθείς!»;
            Λοιπόν, το βασικό μου επιχείρημα στο γιατί προτιμώ το χειμώνα από το καλοκαίρι είναι το εξής: Το κρύο αντιμετωπίζεται. (Βάζεις φανελάκι, τρεις μπλούζες, ζακέτα, σακάκι, παλτό, γάντια, κασκόλ και σκούφο, ντύνεσαι σαν κρεμμύδι αλλά δεν κρυώνεις). Τη ζέστη πώς την αντιμετωπίζεις, όταν φοράς το μαγιό και συνεχίζεις να ιδρώνεις;;;
            Δεν θέλω να σας χαλάσω το καλοκαίρι, κάθε άλλο! Θέλω, εσείς τουλάχιστον που μπορείτε να το ευχαριστηθείτε, να το κάνετε!!! Απολαύστε τον ενάμιση μήνα καλοκαιριού που απομένει!! Να περνάτε καλά!!! 



Τσιακίρη Ειρήνη
16/7/2012

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Διακοπές

      Με μια βαλίτσα περί τα 20 κιλά, γεμάτη όσο δεν παίρνει και άλλες τρεις τσάντες μαζί, με τη θερμοκρασία να αγγίζει σίγουρα τους 35 βαθμούς Κελσίου και εγώ να είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα θα κατευθυνθώ σήμερα το απόγευμα στο αεροδρόμιο για να πετάξω για το πατρικό μου...
Από εκεί θα τα λέμε το υπόλοιπο καλοκαίρι!! Καλό μας καλοκαίρι!!!

Τσιακίρη Ειρήνη
10/7/2012

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Συγγνώμη αλλά ούτε σας πιστεύουμε ούτε σας λυπόμαστε!!!

       Δεν το σχολίασα αυτό ακόμα και θα σκάσω. Αλλά με αφορμή τη σημερινή του συνέντευξη και την καταπληκτική του δήλωση: «Δεν πήρα ούτε ένα ευρώ!»-αλήθεια σας λέω, γελούσα μισή ώρα!- είπα να πω δυο λόγια. Παρεμπιπτόντως, η καλύτερη απάντηση που διάβασα σε αυτό ήταν  η εξής: «Φυσικά. Γιατί τα πήρες σε δραχμές!». Μιλώ φυσικά για τον Άκη Τσοχατζόπουλο-ούτε κατά διάνοια να τον αποκαλέσω κύριο.
            Όλον αυτόν τον καιρό, από τότε που φυλακίστηκε και με αφορμή όλα αυτά που ακούγονται κάνω διάφορες σκέψεις. Τι θα πει «δεν ήξερα πώς βρέθηκαν αυτά τα λεφτά στον λογαριασμό μου!» Δηλαδή, εννοεί ότι πήγε μια μέρα στην τράπεζα ο άνθρωπος να βγάλει λεφτά για να πληρώσει την ΔΕΗ και στην απόδειξη του ΑΤΜ, αντί να μειωθεί το υπόλοιπο, αυτό είχε ανέβει κατά μερικά εκατομμύρια-ή χιλιάδες, δεν θυμάμαι, ευρώ. Και τότε ο Άκης σήκωσε το κεφάλι του στον ουρανό και είπε: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που με λυπήθηκες και μου έστειλες αυτά τα λεφτά για να ζήσω κι εγώ την γυναίκα μου και την κόρη μου!» Γιατί ρε παιδιά αυτά δεν συμβαίνουν σε σας, στον πατέρα σας, σε μένα και στον δικό μου μπαμπά όταν πηγαίνουμε στην τράπεζα; Γιατί άμα συνέβαιναν και σε κανένα άλλο, απλό άνθρωπο, που έχει δει υποβρύχιο-γερτό ή όχι, δεν έχει σημασία- μόνο σε ταινίες, να το καταλάβω και να πω εντάξει, έχει δίκιο το παιδί, ήταν το τυχερό του, συμβαίνουν αυτά!
            Κάτι άλλο τώρα. Γνωρίζει, ή μάλλον καλύτερα, θυμάται η κυρία Βίκυ Τσοχατζοπούλου τι θα πει «μέση Ελληνίδα». Γνωρίζει πώς ζει μια μέση Ελληνίδα. Ας μας δείξει μια μέση Ελληνίδα που πηγαίνει στο Κολωνάκι, κλείνει τις μπουτίκ, τις αδειάζει και τις φέρνει τα ρούχα στο σπίτι ο κούριερ. Ας μας δείξει μια μέση Ελληνίδα που δένει τις κουρτίνες της με χρυσά κορδόνια αξίας 2000€, που ξοδεύει 1500€ σε μία βραδιά σε πολυτελή ξενοδοχεία του εξωτερικού  και κυκλοφορεί με τσάντες αξίας 3000€. Ε; Που είναι αυτή η μέση Ελληνίδα; Και ας μας πει, η Ελληνίδα που ψωνίζει ρούχα από τη λαϊκή, χρησιμοποιεί τα έπιπλα της μητέρας της και φτιάχνει ωραιότατες  κορδέλες για να στερεώσει τις κουρτίνες της, που μετράει τα € πριν πάει στο σούπερ-μάρκετ και φτιάχνει συγκεκριμένη και αυστηρότατη λίστα για τα ψώνια, τι είναι. Αν δει η Βίκυ μια τέτοια κυρία θα νομίζει ότι είναι εξωγήινη, ότι ζει σε μια άλλη χώρα, σε ένα  άλλο πλανήτη, σε ένα άλλο σύμπαν. Το σπίτι της μέσης ελληνίδας δεν έχει ούτε τις μισές ανέσεις από αυτές που έχει το κελί σας και εκείνη δουλεύει τρεις ή και έξι μήνες-με τους  σημερινούς μισθούς για να κερδίσει τα λεφτά που εσείς ξοδεύετε σε μια τσάντα, «κυρία» Βίκυ.
            Το πιο εκνευριστικό είναι το θράσος αυτών των ανθρώπων, η απουσία στοιχειώδους ίχνους ντροπής.  Η σύζυγος Τσοχατζοπούλου έχει «αδυναμία» σε οίκους μόδας όπως
Hermes, Dior και Luis Vouitton. Με συγχωρείτε  αλλά είχε και στο χωριό της οίκους μόδας η Βίκυ; Φορούσε και σαν υπάλληλος της ΔΕΗ ρούχα του Dior; Και τελικά ποιον θα πείσει όταν μας λέει ότι δεν είχε ιδέα για τις δραστηριότητες του άντρα της και ότι την κατηγορούμε που ερωτεύτηκε; Ποιόν ερωτεύτηκε; Ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά που δούλεψε και τις πρόσφερε μερικές ανέσεις; Όχι ένα άντρα σαράντα χρόνια μεγαλύτερο της, που θα μπορούσε να είναι παππούς της γιατί ήταν υπουργός και ήταν πάμπλουτος;
            Κλείνοντας, κάτι τελευταίο. Εάν η Βίκυ ή ο Άκης είχαν κληρονομήσει αυτά τα λεφτά, ή αν τα είχαν κερδίσει δουλεύοντας, θα είχαν κάθε δικαίωμα να τα ξοδεύουν όπως θέλουν. Αλλά δεν είναι έτσι. Με ποιανού τα λεφτά βγάζει γούστα η σύζυγος του Άκη; Με τα λεφτά του τίμιου ιδρώτα της; Και γιατί αυτή να έχει ότι θέλει τη στιγμή που η δική μου η μαμά που δουλεύει 20 χρόνια, η δική σας που δουλεύει σαράντα, εσείς που δουλεύετε 15, να μην έχετε ποτέ την ευκαιρία να απολαύσετε ούτε το 1/10 από αυτά που έχει εκείνη; Δεν το δικαιούστε; Και γιατί η Βίκυ να αγοράζει κοσμήματα και να ζει σε κελιά πολυτελείας την ώρα που ο κόσμος χάνει τα σπίτια του γιατί οι περικομμένοι μισθοί-αυτοί που περικόπτονται για να πληρώσουν τα γούστα αυτής της Βίκυς και κάθε Βίκυς-  δεν φτάνουν για τα δάνεια και τους λογαριασμούς; Τι παραπάνω έχει αυτή από εμάς

Υ.Γ. Φυσικά και δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι κλέψατε, «κύριε» Τσοχατζόπουλε Κανείς δεν κλέβει αν ξέρει ότι θα μπορεί αυτό αν αποδειχθεί και όταν κλέβει φροντίζει αν εξαφανίζει τις αποδείξεις. Βλάκα δεν σας είπαμε. Παμπόνηρο, άθλιο, συμφεροντολόγο, ψεύτη και πλήθος άλλες κατηγορίες φυσικά.

Τσιακίρη Ειρήνη
8/7/2012

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Η Κρυστάλλινη Μπαλαρίνα


        Σήμερα θα δημοσιεύσω κάτι διαφορετικό.... Ένα κείμενο που έγραψα πριν δύο χρόνια, με αφορμή έναν πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος και ποίησης. Είμαι πολύ περήφανη γι' αυτό το διήγημα γιατί με αυτό κέρδισα σε εκείνο τον διαγωνισμό το 2ο Ειδικό Βραβείο Ιστορικού Διηγήματος & Εποχής ( για το αληθές του λόγου μου, δείτε εδώ:  http://www.morfotikospetroupolis.gr/morfotikos/diagonismoi/diagonismos-2010)
        Απολαύστε το!


            Στην παλιά Αθήνα, στην Αθήνα του Χαρίλαου Τρικούπη, του Θεόδωρου Δεληγιάννη, του βασιλιά Γεωργίου, του Γιώργου Σουρή και στο περβάζι της εθνικής μας χρεοκοπίας, στην Αθήνα του 1892, στα σοκάκια της Πλάκας, σε ένα μεγάλο «τζάκι» άνηκε η κρυστάλλινη μπαλαρίνα.
            Το σαλόνι ήταν μεγάλο και άνετο, το καλύτερο δωμάτιο του σπιτιού. Είχε μεγάλα παράθυρα για να μπαίνει ο ήλιος αλλά τον σταματούσαν οι βαριές βελούδινες κουρτίνες. Σατέν μαξιλάρια ακουμπισμένα σε ακριβούς καναπέδες, διακοσμημένους με μεταξωτές μπορντούρες, φίνες πορσελάνες πάνω σε δαντελωτά τραπεζομάντιλα. Το μεγάλο πιάνο στεκόταν επιβλητικό δίπλα στην πόρτα ενώ ο μπουφές από ξύλο καρυδιάς φιλοξενούσε ένα χρυσό κηροπήγιο και δύο πορσελάνινα σερβίτσια. Από πάνω κρεμόταν το πορτρέτο του πρώτου ιδιοκτήτη του μεγάρου, Κωνσταντίνου Καββαδάτου, προγόνου του σημερινού ιδιοκτήτη. Μια βιτρίνα, φτιαγμένη και αυτή από καρυδιά, κρυστάλλινα τζάμια και γυάλινα ραφάκια βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο.
            Η  βιτρίνα ήταν το καμάρι κάθε ιδιοκτήτη του μεγάρου, από τον πρώτο Κωνσταντίνο Καββαδάτο μέχρι τον σημερινό. Κάθε γενιά άφηνε μέσα εκεί αγαπημένα της αντικείμενα και τώρα πια η βιτρίνα ήταν γεμάτη με πράγματα αξίας. Το πρώτο πράγμα που μπήκε στη βιτρίνα ήταν μια κρυστάλλινη μπαλαρίνα. Ήταν το αγαπημένο κειμήλιο του πρώτου ιδιοκτήτη του μεγάρου και ο ίδιος την είχε τοποθετήσει εκεί, εγκαινιάζοντας αυτήν την οικογενειακή παράδοσή. Κανένας πια δεν θυμόταν την ιστορία της. Πορσελάνινες κούκλες ντυμένες με μεταξωτά υφάσματα, ακριβές πένες και μελανοδοχεία, χαρτιά αλληλογραφίας, γραμματόσημα, χάρτες, αποκόμματα εφημερίδων με γεγονότα μεγάλης ιστορικής σημασίας και φωτογραφίες προγόνων. Η βιτρίνα ήταν πάντα κλειδωμένη, κανείς δεν την άνοιγε πέρα από τους οικοδεσπότες, πράγμα που συνέβαινε σε πολύ ξεχωριστές περιστάσεις.
 Η δεσποινίδα Σοφία Τρικούπη, αδερφή του πρωθυπουργού, σε μια από τις σπάνιες πια εξόδους της από την οικία της οδού Ακαδημίας, επισκέφθηκε το μέγαρο Καββαδάτου. Η οικοδέσποινα την οδήγησε μπροστά στη βιτρίνα. Διαπίστωσε αμέσως την απουσία της μπαλαρίνας. Ταραγμένη ζήτησε συγνώμη από την δεσποινίδα Τρικούπη και αφού εκείνη έκρινε ότι ήταν καλύτερα να φύγει για να αφήσει την οικογένεια να διαλευκάνει το μυστήριο, η κυρία Καββαδάτου της ζήτησε να διαβιβάσει τους χαιρετισμούς της στον κύριο Τρικούπη και κάλεσε την οικονόμο. Εκείνη της εξήγησε ότι σήμερα το πρωί το έκθεμα ήταν στη θέση του. Η κυρία αναγκάστηκε να ενημερώσει τον σύζυγο της για τα καθέκαστα. «Ποτέ δεν είχα δει τον κύριο Κωνσταντίνο τόσο θυμωμένο, είπε αργότερα η οικονόμος στην εγγονή της. Ήταν πάντα ήρεμος, ευγενικός, ψύχραιμος, ένας άνθρωπος έξω καρδιά. Εκείνο το πρωί όμως ήταν έξω φρενών.»
            Η μπαλαρίνα δεν βρέθηκε πουθενά. Ο σπιτονοικοκύρης κόντευε να σκάσει από τη στενοχώρια του, σαν να μην είχε χαθεί ένα οικογενειακό κειμήλιο αλλά ένα αγαπημένο οικογενειακό πρόσωπο.
-          Κωνσταντίνε, από πού ήταν η μπαλαρίνα;
-          Ορίστε; Την είχε φέρει ο Κωνσταντίνος Καββαδάτος, εφτά γενιές πριν, από κάποιο ταξίδι. Όμως, Ισμήνη, κανείς πια δεν θυμάται τίποτα γι’ αυτήν. Δεν είναι παράξενο αυτό; Είναι εκεί μέσα πάνω από εκατό χρόνια…
Το επόμενο πρωί η κυρία Ισμήνη βρήκε τον σύζυγο της στη βιβλιοθήκη, σκυμμένο πάνω από κάτι παλιά κιτρινισμένα τετράδια. Εκείνος την φώναξε κοντά του και της διάβασε:

Εν Αθήναι, την 5η Απριλίου 1810
Σήμερα γύρισε ο Σταύρος από το Παρίσι. Έφερε έναν χάρτη της πόλης του Παρισιού και έναν ολόκληρης της Γαλλίας. Τους βάλαμε στη βιτρίνα.


Εν Αθήναι, την 29η Ιουνίου 1805
                  Ο Κωνσταντίνος άνοιξε το πρωί την βιτρίνα. Έβαλε μέσα κόλλες αλληλογραφίας, φακέλους, τρεις πένες και ένα ασημένιο μελανοδοχείο, όλα δώρα της βασίλισσας της Αγγλίας. Τα έφερε μαζί του όταν γύρισε εχθές το βράδυ από το Λονδίνο.

Εν Αθήναι, την 11η Ιουλίου 1865
Ο Απόστολος γύρισε τα χαράματα από τη Θεσσαλονίκη. Έφερε δύο μεγάλες συλλογές γραμματοσήμων και μερικές φωτογραφίες του νέου μας βασιλιά. Τα έβαλε όλα στη βιτρίνα. Μου είπε: «Άλλο ένα κειμήλιο μέσα στη βιτρίνα, Ειρήνη»


Εν Αθήναι, την 12η Οκτωβρίου 1790
Ο φωτογράφος έφερε τις φωτογραφίες του γάμου μας με τον Απόστολο. Εκείνος τις πήρε και τις έβαλε μέσα στη βιτρίνα, μαζί με τις φωτογραφίες και τα στέφανα των προγόνων του. «Αργότερα θα μπουν και τα δικά μας στέφανα εκεί», μου είπε.

Εν Αθήναι, την 30η Δεκεμβρίου 1789[1]
Ο Αλέξανδρος γύρισε το πρωί από τη Γαλλία. Έφερε μαζί του κάποια αποκόμματα από παλιές γαλλικές εφημερίδες με αναφορές στη Γαλλική Επανάσταση. Τα έβαλε στη βιτρίνα λέγοντας μου ότι κάποτε θα είναι από τα σημαντικότερα οικογενειακά κειμήλια.

-          Το τελευταίο είναι της Ελένης, γυναίκας του Κωνσταντίνου, αυτού που έφερε την μπαλαρίνα. Αυτή θα ξέρει.

Εν Αθήναι, την 22η Μαρτίου 1735
Ο Κωνσταντίνος γύρισε σώος και αβλαβής από την Κίνα. Επιτέλους. Είχα πια αρχίσει να ανησυχώ. Έφερε ένα πορσελάνινο σερβίτσιο. Το έβαλε και αυτό στην βιτρίνα. Έχει πάθει ψύχωση με αυτήν τη βιτρίνα.

Εν Αθήναι, την 12η Ιανουαρίου 1736
Σήμερα έντυσα τις πορσελάνινες κούκλες που μου έφερε ο Κωνσταντίνος με τα μεταξωτά φορέματα που έραβα από το καλοκαίρι. Τις έβαλα στη βιτρίνα. Κάποια την έντυσα με παντελόνι. Μια μέρα θα φοράνε και οι γυναίκες παντελόνια…

Εν Αθήναι, την 5η Μαρτίου 1730
Το πρωί πήγαμε με την άμαξα στην Κηφισιά. Στην επιστροφή ο Κωνσταντίνος κατέβηκε σε ένα εργαστήριο. Ξεχώρισε μια κρυστάλλινη μπαλαρίνα. «Από πού είναι;» ρώτησε έναν παππού που καθόταν εκεί. «Εγώ την έφτιαξα. Από πανάκριβο κρύσταλλο, από την Βοημία.» «Την πουλάς;» «Είναι πολύ λεπτεπίλεπτη. Μήνες την έφτιαχνα». «Πόσα θες;» επέμεινε ο άντρας μου. Ο παππούς του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. «Εντάξει. Ελένη πήγαινε στο αμάξι. Έρχομαι αμέσως». Όταν φτάσαμε στο σπίτι άνοιξε την καινούρια βιτρίνα και έβαλε την μπαλαρίνα στην κορυφή. «Θα το αφήσω παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές να μπαίνουν εδώ οικογενειακά κειμήλια, τουλάχιστον ένα από κάθε γενιά. Κάποτε αυτή η βιτρίνα θα περιέχει οικογενειακούς θησαυρούς», είπε, κλείδωσε και πέρασε το κλειδί στην αλυσίδα του σταυρού του.

-          Μάλιστα, από τόσο μακριά ήρθε η κρυστάλλινη μπαλαρίνα. Από την Κηφισιά. Πάντως, αν δεν κρατούσαν οι γυναίκες της οικογενείας σου ημερολόγιο δεν θα είχαμε ιδέα για την προέλευση όλων αυτών των πραγμάτων.
Όταν κατέβηκαν στο σαλόνι η μπαλαρίνα ήταν πάνω στο τραπέζι. Ο Κωνσταντίνος Καββαδάτος την πήρε, την έβαλε στη θέση της, κλείδωσε και πέρασε το κλειδί στην αλυσίδα του σταυρού του, στην ίδια αλυσίδα που το είχε περάσει ο πρόγονος του. Την άλλη μέρα έβαλαν κάτω από τη μπαλαρίνα μια κάρτα με τα εξής λόγια:

«Ευτυχώς ευρέθη ο οικογενειακός θησαυρός. Χαρίλαος Τρικούπης»

                        Και η μπαλαρίνα άστραψε μέσα στη βιτρίνα.
                       



Τσιακίρη Ειρήνη
6/7/2012

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Καλοκαίρι 2012

          Καλοκαίρι… Ήρθε ξανά το καλοκαίρι… Ένα καλοκαίρι που φαίνεται πώς θα είναι αλλιώτικο, με πολλά γεγονότα…
            Ξέρετε, εγώ το καλοκαίρι το θυμάμαι λίγο αλλιώς. Κατ’ αρχάς όλοι μιλούσαν συνέχεια για άδειες και κανονίζανε για διακοπές. Η ερώτηση «Πού θα πάτε διακοπές;» ήταν αυτονόητη. Τώρα ρωτάμε «Θα πάτε πουθενά διακοπές; Μπα, ε;». Και ο άλλος απαντάει «Μπα, με τίποτα… Εδώ θα τη βγάλουμε, στο σπίτι, με κάνα μπάνιο εδώ κοντά».
            Άσχημη η μιζέρια των καιρών μας. Που το σκεφτόμαστε για να κάνουμε ένα μπάνιο γιατί η βενζίνη και οι καφέδες είναι ακριβοί. Που δεν μπορούμε να ξεσκάσουμε έστω για ένα διήμερο από τις υποχρεώσεις. Που τελικά, ναι, δεν τολμάμε  καν να ονειρευτούμε ένα μικρό ταξιδάκι, μια απόδραση.
            Η ακόμα πιο τραγική αλήθεια είναι ότι ένα μεγάλο ποσοστό των συμπολιτών μας δεν θα πάρουν άδεια και τελικά δεν χρειάζονται και διακοπές, μιας και κάθονται όλο το χρόνο… Η ανεργία έχει χτυπήσει κόκκινο και η ανεργία μόνο υγιής κατάσταση δεν είναι. Άλλωστε αργία μήτηρ πάσης κακίας δεν λένε;
            Όσο άσχημη όμως και αν είναι η κατάσταση εμείς θα καταφέρουμε να περάσουμε καλά, ακόμα και στα σπίτια μας. Μια βουτιά στην πιο κοντινή θάλασσα, ένα κρασάκι στην αυλή, ένα καρπούζι το βράδυ με καλή παρέα και καλή μουσική και θα είμαστε πάλι μια χαρά.
            Τουλάχιστον ας παίξει μια επανάληψη το Ρετιρέ και το Εμείς & Εμείς, έτσι για να θυμόμαστε πώς ήταν παλιά τα καλοκαίρια!! Είναι και αυτός άλλος ένας συνειρμός του καλοκαιριού στην Ελλάδα… Και όσοι τελικά πάτε διακοπές, να περάσετε πολύ πολύ καλά γιατί οπωσδήποτε, μετά από αυτή τη χρονιά που πέρασε, τις χρειάζεστε!
            Εγώ πάντως επιστρέφω, μετά από μια υπέροχη χρονιά για διακοπές στο πατρικό μου! Θα τα λέμε από εκεί!
           
Καλό Καλοκαίρι!!!

Τσιακίρη Ειρήνη
5/7/2012