Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Δυο νύχτες στο Σαράντι


Συνέχεια στην ενότητα που άνοιξα τις προάλλες και, αυτή τη φορά ,η επιλογή βιβλίου δεν ήταν διόλου δύσκολη…

     Η «αφορμή»

Δεν ξέρω από πότε, δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω καν αν ισχύει γενικά ή είναι περιορισμένο φαινόμενο, έχουμε, νομίζω, μια τάση, να «θεοποιούμε» τους καλλιτέχνες που αγαπάμε, να τους θεωρούμε κάτι άλλο από απλούς ανθρώπους και μετά να ενθουσιαζόμαστε, όταν ανακαλύπτουμε το προφανές –ότι είναι απλά άνθρωποι που απλά η δουλειά τους, τούς κάνει αναγνωρίσιμους.

Είναι αλήθεια ότι μέσα από τα γραπτά του άλλου, τον μαθαίνεις καλύτερα; Ότι στο γραπτό καταθέτει κάτι μέσα από αυτόν, που δύσκολα θα είναι ψέμα; Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, σίγουρα δεν ισχύει πάντα το πιστεύω όμως, ίσως γιατί το βλέπω στον εαυτό μου.

Και όταν (νομίζεις ότι) ταυτίζεσαι με τους στίχους και τα τραγούδια κάποιου, και τα αγαπάς και ζεις με την παρέα τους, θες ακόμα περισσότερο να διαβάσεις, να μάθεις κάτι παραπάνω γι’ αυτόν που τα έγραψε, για τα βιώματα του, για να ανακαλύψεις αν δικαίως ταυτίζεσαι ή αν και πόσο διαφορετικά αποτυπώνει βιώματα σε πεζό κείμενο από ότι σε στίχους…


Ο Μίλτος Πασχαλίδης

Τον Μίλτο Πασχαλίδη τον έμαθα και άρχισα να τον ακούω στην Α’ Γυμνασίου, όταν η μαμά έκανε δώρο στον μπαμπά το τότε νέο του cd «Έχουν περάσει χρόνοι δέκα» - ας αφήσουμε στην άκρη σκέψεις του τύπου «και φέτος πέρασαν είκοσι, πω πω, πως πέρασε ο καιρός» και άλλα σχετικά. Τον πρωτοείδα ζωντανά στην συναυλία-αφιέρωμα για τον Μητροπάνο, τον Σεπτέμβριο του 2012 στο Καυταντζόγλειο Στάδιο (για την οποία είχα γράψει εδώ). Έκτοτε, πήρα δίπλωμα οδήγησης μετά από κάμποσα μαθήματα με μουσική υπόκρουση Μίλτου και έξι μήνες μετά διάβασα και το πρώτο του βιβλίο.






«Δυο νύχτες στο Σαράντι»

Καλοκαίρι του ’13 λοιπόν, έτοιμοι για Σαράντι , ο Μίλτος για δυο νύχτες, εγώ για μία, αφού τόσο χρειάσθηκα για να ρουφήξω το βιβλίο.  Ταξίδι σε πρώτο πλάνο σε ένα άγνωστο (;), παραθαλάσσιο, χωριό της Βοιωτίας, μα σε δεύτερο, σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη Ελλάδα. Η ιστορία ενός άλλου ανθρώπου,μια ιστορία που εντυπωσιάζει τον συγγραφέα και τον ωθεί να μας την πει, όχι άδικα, αν σκεφτεί κανείς ότι αυτή ξεκινάει με έναν τέσσερις φορές παρ’ολίγον πνιγμό. Έτσι, ολοκληρώνει το πρώτο του βιβλίο – και ας μην ήταν το πρώτο που ξεκίνησε, όπως ο ίδιος ομολογεί.

Οι εντυπώσεις

Δεν είναι και δύσκολο να αναγνωρίσουμε τον Μίλτο που ξέρουμε: από τη βότκα πορτοκάλι, τα κάμελ τσιγάρα, την Ευγενία, την ΑΕΚ,  τις σπουδές στο Μαθηματικό… Και μαθαίνουμε κι άλλα, μικρά και ασήμαντα, για την εμμονή του με τα stabilo μαρκαδοράκια, τον Μεγάλο Περίπατο Πέτρου και την ακριβή αίσθηση του χρόνου με απόκλιση πενταλέπτου.
Ήταν η αφορμή που έγραψα στην αρχή, ο πρώτος λόγος που διάβασα αυτό το βιβλίο. Με δικαίωσε και με το παραπάνω, το διάβασα άπειρες φορές, το συστήνω και φυσικά μου άνοιξε την όρεξη και για τα υπόλοιπα…




Αντί επιλόγου

Το αναμενόμενο θα ήταν να κλείσω το κείμενο αυτό με Μίλτο, όμως δε θα το κάνω… Θα κλείσω με Ζαμπέτα και θα το αφιερώσω, τόσο το τραγούδι όσο και το κείμενο, σε έναν αγαπημένο μας άνθρωπο που έφυγε νωρίς, ξαφνικά, άδικα και ενώ είχε τόσα πολλά να δώσει ακόμα, έναν άνθρωπο που ήξερε τα πάντα και, όπως έλεγε και ο ίδιος, μόνο πότε θα πεθάνει, δεν ήξερε. Και ας μας έλυνε κάθε μας απορία, αυτή θέλαμε να μείνει άλυτη… Καλό Ταξίδι....






Ειρήνη Τσιακίρη
18/10/2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου