Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Μήπως να το έραβες επιτέλους;

        Έρχεται κάποια στιγμή που καταλαβαίνεις ότι πια μεγάλωσες, ότι ζεις σε μια νέα κοινωνία, μια κοινωνία ενηλίκων. Είναι τότε που καταλαβαίνεις ότι η επικοινωνία με τους γύρω σου μπαίνει πια σε νέα βάση. Δεν μπορείς πια να λες ότι σου κατεβαίνει στο κεφάλι, μην υπολογίζοντας τις συνέπειες. Όπως έλεγαν οι παλιοί:  «Την γλώσσα, πριν τη χρησιμοποιήσουμε, πρέπει να τη βουτάμε στο  μυαλό». Όσο μεγαλώνουμε τόσο πιο απαραίτητο είναι.
        Αν η τρίχρονη Μαιρούλα πει στο οικογενειακό τραπέζι «Ο μπαμπάς είπε ότι αν ο θείος Αριστείδης συνεχίσει να τρώει κι άλλο, θα πρέπει να φύγει από την γκαραζόπορτα» κανείς δεν θα παρεξηγήσει την Μαιρούλα, μια και ένα τρίχρονο δεν μπορεί να κρίνει αν αυτό που άκουσε είναι σωστό και πρέπει να επαναληφθεί. Απλά μην περιμένετε να ξαναδείτε τον θείο Αριστείδη στο οικογενειακό τραπέζι. Αν όμως η Μαιρούλα είναι είκοσι τριών χρονών και πει αυτή τη κουβέντα, τότε όχι απλώς θα πρέπει να μάθετε να ζείτε μόνο με την ανάμνηση του θείου Αριστείδη αλλά και όλες οι θείες θα πουν ότι «κοτζάμ γυναίκα και δεν ξέρει να κρατάει το στόμα της κλειστό;» Και θα έχουν δίκιο.
        Μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να κλείνουμε το στόμα μας πότε πότε. Κανέναν δεν ενδιαφέρει πόσα λεφτά πρέπει να ξοδέψουμε αυτό το μήνα και πως θα τα διαχειριστούμε, τι ώρα ξυπνήσαμε το πρωί και αν πρώτα καθαρίσαμε τα τζάμια και μετά τη λεκάνη της τουαλέτας ή το αντίθετο. Μερικά πράγματα αφορούν τις σκέψεις μας. Και εκεί πρέπει να παραμένουν. Και τελικά δεν είναι καθόλου φυσιολογικό να λέμε τα πάντα στους πάντες με κάθε λεπτομέρεια που ίσως για μας αν κάνει τη διαφορά αλλά ο άλλος μπορεί να κοιμηθεί και χωρίς να την γνωρίζει.
        Κάτι ακόμα. Η λέξη «εγώ» χαρακτηρίζεται ως αντωνυμία, και δη προσωπική και ανήκει στα κλιτά μέρη του λόγου. Δεν ενδείκνυται όμως για να εισάγει τις οχτώ από τις δέκα προτάσεις μας. Αλλιώς οι άλλοι δικαίως θα μας χαρακτηρίσουν εγωπαθείς, εγωιστές, εγωκεντρικούς… Ξέχασα κάτι;  Επίσης αυτό σημαίνει ότι το  να γυρνάμε κάθε μα κάθε κουβέντα στον εαυτό μας δεν είναι και η πλέον κοινωνική συμπεριφορά.
        Σε κανέναν δεν  αρέσει να επισημαίνει τα λάθη μας μπροστά μας. Νιώθει άβολα και άσχημα. Αλλά αν δεν θέλουμε να μείνουμε μόνοι μας ας σταματήσουμε να μιλάμε μόνο για μας, πάντα για μας, όλα για μας, σε όλους για μας. Ας ακούσουμε και κανέναν άλλον. Ας μην βιαστούμε να προλάβουμε να μιλήσουμε αν πούμε αυτό που θέλουμε. Και για μια φορά ας αφήσουμε κάποιον άλλο να μιλήσει για τον εαυτό του χωρίς να πούμε την δική μας εμπειρία και ας καιγόμαστε να ανοίξουμε το στόμα μας.
       
Κατάλαβες αγαπημένε μου καθρέφτη;

Τσιακίρη Ειρήνη
27/9/2012

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Μελαγχολία

      Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν η Ρηνούλα ξάπλωσε στο κρεβάτι, εξουθενωμένη, αν  όχι σωματικά, ψυχικά σίγουρα. Λίγες ώρες πριν είχε βρεθεί με φίλους της σε μια συναυλία. Όλος ο κόσμος τραγουδούσε, χόρευε, γελούσε, χειροκροτούσε και εκείνη στεκόταν, αμίλητη, με ένα ψεύτικο χαμόγελο κολλημένο στα χείλη και με τις σκέψεις να τριγυρίζουν κάπου μακριά. 
      Δεν της συνέβαινε συχνά αυτό αλλά όταν συνέβαινε, ήταν απαίσιο. Μέσα σε τόσο κόσμο, εκείνη ένιωθε μόνη, απίστευτα μόνη. Έβλεπε τους άλλους γύρω της, να γελάνε, να αγκαλιάζονται και εκείνη στεκόταν ακίνητη, σαν άγαλμα. Το τραγούδι της Αλεξίου πλημμύρισε το μυαλό της:  Γιατί δεν τους αντέχω/ ζευγαρωμένους κι εγώ να μην έχω/ τα χέρια σου να γείρω/Τι θέλω εγώ με τόση αγάπη γύρω;  Πόσο την εξέφραζε αυτό το τραγούδι τον τελευταίο καιρό… ίσως και τα τελευταία χρόνια. Πόσο θα ‘ θελε και εκείνη κάποιον να την κρατήσει αγκαλιά, να της σιγοτραγουδήσει, να της ψιθυρίσει δυο τρυφερές κουβέντες, να γελάσουν με ένα αστείο που μόνο εκείνοι θα καταλάβουν…
      Χαιρόταν με τη χαρά των φίλων της, που εκείνοι ήταν ευτυχισμένοι, χαιρόταν που γενικότερα ο κόσμος γύρω της ήταν γεμάτος αγάπη. Όμως θα ήθελε πάρα πολύ να σηκωθεί να φύγει, να τρέξει, να χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα. Τουλάχιστον εκεί δεν θα υπήρχε κανένας να τη λυπηθεί που ήταν μόνη της. Της έφτανε ο ίδιος της ο εαυτός που την κοιτούσε καθημερινά από τον καθρέφτη και της έλεγε βγάζοντας της τη γλώσσα: «Δεν μπορεί όλο οι άλλοι να φταίνε. Μάλλον και εσύ κάπου κάνεις λάθος. Μείνε μόνη λοιπόν.»


Τσιακίρη Ειρήνη
22/9/2012

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Σμύρνη

           «Ο ελληνικός στρατός ήδη υποχωρούσε προς τα παράλια, εγκατέλειπε τη Μικρά Ασία και τουρκικός στρατός τον ακολουθούσε. Πολλά ακούγονταν για τα χωριά του εσωτερικού της Τουρκίας αλλά οι Σμυρνιοί δεν φανταζόταν τι τους περίμενε. Το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου ο Θόδωρος ξύπνησε ανήσυχος και άνοιξε την εξώπορτα. Μυρωδιά καπνού πλημμύριζε την ατμόσφαιρα και μια παράξενη λάμψη φώτιζε την πόλη, ερχόταν μάλιστα το φως από την αρμένικη γειτονιά. Ο Θόδωρος ήξερε πια πως η Σμύρνη είχε τελειώσει. Έκρυψε στις φασκιές του μωρού τα χρυσαφικά, μερικές λίρες και κάποια χρήματα, κλείδωσε το σπίτι και οδήγησε την οικογένεια του στο λιμάνι. Και άλλοι είχαν καταλάβει τι συνέβαινε και έτσι ο κόσμος πανικόβλητος έτρεχε να σωθεί. Όσο πλησίαζαν στο λιμάνι, τόσο πιο πολύ τους κυρίευε ο φόβος. Στο δρόμο έβλεπαν φρικιαστικά πράγματα: γυναίκες ματωμένες, σκοτωμένες με τα μωρά στην αγκαλιά. Έφτασαν κάποτε στην προκυμαία όπου πλήθος κόσμου πάλευε να βρει μια θέση στις βάρκες να σωθεί. Στη θάλασσα η κατάσταση ήταν απελπιστική: Πτώματα μέσα στο νερό, άνθρωποι που πάλευαν να φτάσουν σε μια βάρκα. Και τα πλοία των Συμμάχων, αδιάφορα να στέκουν και οι αξιωματικοί να κάθονται να παίζουν χαρτιά και τάβλι και να κόβουν τα χέρια όσων προσπαθούσαν να ανέβουν στα πλοία και να σωθούν και να τους ρίχνουν ξανά στη θάλασσα που το χρώμα της δεν φαινόταν πια, γιατί «ήταν», λέει, «ουδέτεροι». Κάποτε η βάρκα έφυγε από το λιμάνι της Σμύρνης και έφτασε στη Λέσβο. Εκεί ο Θόδωρος κατάφερε μετά από πολλές ώρες να ανεβάσει την οικογένεια του σε ένα πλοίο για τη Θεσσαλονίκη. Έφτασαν εκεί στις 17 του Σεπτέμβρη, όταν η Σμύρνη ήταν πια φάντασμα του εαυτού της. Βρίσκονταν πια σε μια νέα πόλη και ο Θόδωρος έπρεπε να βρει τρόπο να ζήσει η οικογένεια του και να ξεκινήσει ξανά από την αρχή. Ήξερε βαθιά μέσα του πως η Σμύρνη ήταν μόνο παρελθόν.»
            Αρκετό καιρό αργότερα ο  Θόδωρος κατάφερε να βρει δουλειά ως υπάλληλος σε ένα μαγαζάκι με υφάσματα. Εργατικός και έξυπνος καθώς ήταν ανέβασε πολύ γρήγορα τον τζίρο του μαγαζιού με λίγη διαφήμιση και την έμφυτη ευγένεια του απέναντι στις πελάτισσες του και ο εργοδότης σύντομα τον έκανε και συνεταίρο του. Αν ήταν τυχερός ο Θόδωρος που βρήκε άμεσα δουλειά, δεν ίσχυε το ίδιο για άλλους συμπατριώτες του. Μια μέρα, διασχίζοντας την πλατεία Αριστοτέλους, συνάντησε έναν Σμυρνιό γείτονα του, τον Θωμά. Τρόμαξε να τον γνωρίσει.
            -Θωμά; Τι γίνεσαι;
            -Θόδωρε; Καλά, εσύ; Και εσύ εδώ ε;
            -Ναι, ναι. Πάμε να καθίσουμε κάπου να τα πούμε.
            Κάθισαν σε ένα καφενείο και παρήγγειλαν δυο ούζα.
            -Λοιπόν, Θωμά, πώς τα πας;
            -Ας’ τα να πάνε Θόδωρε. Χάσαμε τα σπίτια μας, τις δουλειές μας. Από νοικοκύρηδες και επιχειρηματίες  μείναμε χωρίς σπίτια, χωρίς λεφτά. Νοίκιασα ένα δωμάτιο κοντά στο λιμάνι και μένουμε πέντε άτομα σε ένα δωμάτιο, εγώ με τη γυναίκα μου, δυο παιδιά και την πεθερά μου. Κάνω μερικά μεροκάματα σε οικοδομές, η γυναίκα μου καθαρίζει σε μερικά σπίτια, τα κουτσοκαταφέρνουμε. Που θα πάει, θα περάσει ο καιρός και θα γυρίσουμε πάλι στα σπίτια μας όπου θα ‘μαστε νοικοκυραίοι.
            -Το πιστεύεις αυτό Θωμά;
            -Και βέβαια το πιστεύω. Έτσι δεν έγινε και το ’20; Δεν γυρίσαμε πάλι στα σπίτια μας; Και τώρα θα γυρίσουμε, μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα. Τι να μας κάνουν εδώ; Δεν βλέπεις που κανείς δεν μας θέλει; Θα γυρίσουμε στην πόλη μας και θα ‘μαστε πάλι νοικοκυραίοι στα σπίτια μας.»
            -Το θέμα είναι πως ούτε εκεί μας θέλουν. Δεν είναι όπως την άλλη φορά τα πράγματα. Μακάρι να βγω ψεύτης μα η Σμύρνη τέλειωσε για μας. Αν με χρειαστείς, έλα να με βρεις. Μόνο αν είμαστε όλοι μαζί θα παρηγορηθούμε για τις χαμένες πατρίδες και θα σταθούμε αξιοπρεπώς μπροστά στους ντόπιους που μας λένε, δήθεν συνωμοτικά μα σίγουροι ότι τους ακούμε,  “τουρκόσπορους”.»


            90 χρόνια μετά την καταστροφή της Σμύρνης τιμάμε με την μνήμη μας τη γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.  Ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι διώχτηκαν από τα σπίτια τους, από την πατρίδα τους ως ξένοι και ήρθαν σε έναν τόπο που τους αντιμετώπισε σαν ξένους. Όμως τα κατάφεραν. Άνθρωποι κοσμοπολίτες, μορφωμένοι, κιμπάρηδες, γλεντζέδες, εργατικοί, προκομμένοι που δεν τα παράτησαν αλλά δούλεψαν, ορθοπόδησαν, πρόκοψαν και βοήθησαν και τον νέο τους τόπο να σταθεί στα πόδια του, και ας μην τους καλοδέχτηκε. Δεν ξέχασαν όμως ποτέ τις πατρίδες τους, που τόσο άδικα, μέσα σε μια βραδιά, έχασαν. Το ίδιο οφείλουμε να κάνουμε και εμείς.


Τσιακίρη Ειρήνη
16/9/2012

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη

       Πέρασαν κιόλας πέντε μήνες από την μέρα που ο μεγάλος Δημήτρης Μητροπάνος έγινε φίλος με τον χάρο και εμάς μας άφησε στην εθνική μας μοναξιά. Πέντε μήνες που μηδενίστηκαν μέσα σε ένα βράδυ, το χθεσινό οπότε όλοι όσοι βρεθήκαμε στο Καυταντζόγλειο Στάδιο στη Θεσσαλονίκη φέραμε πίσω τον Δημήτρη έστω και νοητά, νιώσαμε πως βρισκόταν και εκείνος πάνω στη σκηνή και τραγουδούσε την Ρόζα, τα Λαδάδικα, τις Πεθαμένες Καλησπέρες και τα τόσα άλλα τραγούδια του. 
         Όχι, στη σκηνή δεν ήταν. Ήταν κάτω, μαζί μας, ανάμεσα μας, στις καρδιές, στις μνήμες, στις φωνές μας που τραγούδησαν τα τραγούδια του. Και ήταν τόσο δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε, ακόμα και τόσο καιρό μετά, ότι αυτός ο Άνθρωπος δεν ζει πια, δεν τραγουδάει εδώ αλλά κάπου αλλού, μαζί με τον Παπάζογλου, τον Ξυλούρη, τον Τόκα, τη Δούκισσα, τον Ζαμπέτα, τον Καζαντζίδη, τον Τσιτσάνη και όσους άλλους είναι μαζί του, εκεί πάνω, στων αγγέλων τα μπουζούκια. Οι φωνές ενώνονταν με τα δάκρυα συγκίνησης και στη σκέψη κυριαρχούσε το κρίμα και το γιατί, όπως έλεγε και το καινούριο ζεϊμπέκικο που τραγούδησε ο Μπάσης, συνέθεσε ο Άρης Κούκος και έγραψε ο Γιάννης Μπελεσιώτης, προς τιμήν του μεγάλου απόντα της χθεσινής βραδιάς.
         Η χθεσινή συναυλία θα γινόταν έτσι και αλλιώς. Είχε κανονιστεί από τις αρχές του Απρίλη, όταν ο Δημήτρης Μητροπάνος υποσχέθηκε να κάνει αυτήν την συναυλία για να στηρίξει τα ΚΑΠΗ της Θεσσαλονίκης και όσους είχαν ανάγκη, να κάνει τη ζωή τους καλύτερη. Όμως έφυγε ξαφνικά, κανείς δεν το περίμενε, κανείς δεν το υπολόγιζε, κανείς δεν το μπορούσε να το συνειδητοποιήσει. Όμως τη συναυλία του αυτή ανέλαβαν να την διεκπεραιώσουν συνάδελφοι και φίλοι του. Ο Μιλτιάδης Πασχαλίδης, ο Μανώλης Μητσιάς, ο Γιάννης Κότσιρας, ο Δημήτρης Μπάσης, ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο Διονύσης Τσακνής, ο Στέλιος Διονυσίου, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Σπύρος Παπαδόπουλος και η ορχήστρα, η «δεύτερη οικογένεια» του Δημήτρη Μητροπάνου, ήταν εκεί και μας τραγούδησαν τα δικά του τραγούδια. Μόνο εκείνος έλειπε…
        Μπορεί ο Δημήτρης Μητροπάνος να ήταν θνητός και να πέθανε τον Απρίλιο όμως τα τραγούδια του, η μουσική του είναι αθάνατη και θα συντροφεύουν και εμάς που τον χάσαμε και τα παιδιά μας που δεν θα έχουν την τύχη να τον γνωρίσουν. Θα δακρύζουμε όταν ακούμε τα τραγούδια μας και να σκεφτόμαστε ένα μεγάλο «γιατί» αλλά θα χαιρόμαστε που τον είχαμε. Μπορεί να μην κατάφερα ποτέ αν τον ακούσω ζωντανά ούτε να τον γνωρίσω αλλά θεωρώ, όπως και πολλοί πολλοί άλλοι, ότι έχασα έναν δικό μου άνθρωπο! Καλή Αντάμωση Δημήτρη!

          Υ.Γ.  Συγχωρέστε με αν έτυχε να γράψω πολλές φορές το ίδιο πράγμα ή αν δεν είναι συντακτικά απόλυτα σωστό αυτό το κείμενο μου αλλά κάποια πράγματα είναι δύσκολο να εκφραστούν με λόγια… 



Τσιακίρη Ειρήνη
11/9/2012

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Σαν να μην πέρασε μια μέρα…

    Λοιπόν, επιστρέψαμε στη βάση μας! Δεν είναι περίεργο το συναίσθημα της επιστροφής; Κατ’ αρχάς κοιτάς γύρω γύρω την πόλη με την ελπίδα ότι κάτι θα έχει αλλάξει. Αν δεν έχει αλλάξει σκέφτεσαι: «Μα καλά, δυο μήνες μετά, όλα ίδια είναι;» Αν όντως κάτι έχει αλλάξει λες: «Καλά, δυο μήνες έλειψα, πότε άλλαξαν όλα αυτά;» Μετά πας σπίτι και ανοίγεις όλα τα ντουλάπια με την ελπίδα να έχει γίνει κάτι μαγικό και να είναι τακτοποιημένα αν εσύ τα άφησες όπως να ΄ναι και γεμάτα αν εσύ τα άφησες άδεια. Κάποια στιγμή, όταν πια αδειάσεις τις βαλίτσες και όλα μπουν στη θέση τους, καταλαβαίνεις ότι διακοπές τέλος! Αρχίζεις και συνειδητοποιείς ότι άλλαξες  έτος στο Πανεπιστήμιο, ότι δεν είσαι πια πρωτοετής, ότι έχεις να δώσεις το πιο δύσκολο μάθημα του έτους και καλά θα κάνεις να συγκεντρωθείς για τρεις μέρες να το διαβάσεις και να το περάσεις. Μετά έχεις μπροστά σου μια ακόμα υπέροχη φοιτητική χρονιά!
        Αν η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί, το ακαδημαϊκό έτος θα είναι ιδιαίτερα… θυελλώδες! Απεργίες των πανεπιστημιακών, κάτι φήμες-ελπίζω μόνο φήμες- για διακοπή της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων από το εαρινό εξάμηνο δεν είναι και οι καλύτεροι οιωνοί. Αλλά όπως θα έχετε καταλάβει εγώ είμαι φύσει αισιόδοξος άνθρωπος και ελπίζω ότι όλα θα πάνε καλά-όταν δεν θα πάνε, εδώ θα είμαστε πάλι να τα λέμε!
        Το φετινό στοίχημα με τον εαυτό μου είναι διπλό. Πρώτον, θα μάθω να οδηγώ. Και δεύτερον, θα τελειώσω-ή έστω θα προχωρήσω αρκετά-αυτό που γράφω-μακάρι να βγει ένα καλό έργο- αλλά παράλληλα θα είμαι εδώ για να σχολιάζω την καθημερινότητα μας!
        Σας ευχαριστώ όλους που ήσασταν εδώ την πρώτη χρονιά λειτουργίας του
blog μου, για την παρουσία σας και τα καλά σας λόγια! Σας περιμένω και φέτος και θέλω να διαβάζω και τα σχόλια σας για κάθε ανάρτηση -θετικά, επιβεβαιωτικά, συμπληρωματικά και φυσικά και αρνητικά!
       
Καλό Χειμώνα να έχουμε!!!

Τσιακίρη Ειρήνη
6-9-2012